Η οικονομική κρίση και ο ευρωπαϊκός ρόλος της
Βουλής των Ελλήνων
Άρθρο –
παρέμβαση της Αντιπροέδρου της Βουλής και Προέδρου της Επιτροπής Ευρωπαϊκών
Υποθέσεων, Ροδούλας Αθ. Ζήση
Τα τελευταία δυόμιση περίπου χρόνια, η Ειδική
Διαρκής Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων έχει αποδείξει την
προθυμία και την ικανότητά της να συμμετάσχει ενεργά στη διαδικασία της
διακοινοβουλευτικής συνεργασίας και τη στενή παρακολούθηση της ευρωπαϊκής πολιτικής
και νομοθετικής πρακτικής. Στόχος της προσπάθειας ήταν εξ αρχής και παραμένει η
πλήρης αξιοποίηση όλων των θεσμικών, πολιτικών και νομικών δυνατοτήτων που
δίνει η Συνθήκη της Λισαβόνας στα εθνικά Κοινοβούλια, ώστε να γίνεται ακουστή η
φωνή της Βουλής των Ελλήνων, δηλαδή, η φωνή του ελληνικού λαού, στα ευρωπαϊκά
κέντρα λήψης αποφάσεων και στο μέγιστο δυνατό βαθμό.
Αν αυτό το έργο της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων
ως θεσμικός δίαυλος μεταξύ του εθνικού μας Κοινοβουλίου και των Βρυξελλών ήταν
ούτως ή άλλως σημαντικός, δυνάμει και της Συνθήκης της Λισαβόνας, η κρίση που
ξέσπασε αρχές του 2010 τον έχει, ήδη, καταστήσει ουσιώδη. Πράγματι, η Ελλάδα, τα δύο τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει έναν τιτάνιο αγώνα, με
κόπους και μεγάλες θυσίες του ελληνικού λαού, ώστε να αποφύγει τη χρεοκοπία, να
μεταρρυθμίσει ουσιαστικά τη διοίκηση και την οικονομία της και να εδραιώσει τη
θέση της στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Ο αγώνας αυτός δεν έχει τελειώσει ακόμη.
Χρειάζεται επιμονή, υπομονή, προσήλωση στον τελικό στόχο, συστηματική δουλειά
και ελπίδα για το μέλλον της Ελλάδας και του ελληνικού λαού. Η ελπίδα και η
προοπτική ενός καλύτερου μέλλοντος, μιας εξόδου από τη στενωπό της κρίσης είναι
το μεγάλο ζητούμενο σήμερα.
Από την άλλη
πλευρά, η κρίση έχει φέρει και την ίδια την Ευρώπη ενώπιον των δικών της
αστοχιών στη θεσμική της οργάνωση. Διότι, αργά ή γρήγορα, η Ενωμένη Ευρώπη θα χρειαστεί
να συνειδητοποιήσει μερικές αλήθειες, τις οποίες πεισματικά η Ελλάδα πρόβαλλε
από την αρχήν της κρίσης: πρώτον, ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά
ευρύτερα ευρωπαϊκό. Δεύτερον, ότι η Ελλάδα κάνει ότι μπορεί και υφίσταται
μεγάλες θυσίες, συχνά άδικες, αλλά είναι ώρα και η Ευρώπη να αναλάβει τις
ευθύνες της. Τρίτον, ότι η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά πολιτική στην
ουσία της, διότι το μείζον έλλειμμα που απειλεί την Ευρώπη σήμερα δεν είναι
τόσο το δημοσιονομικό, όσο το πολιτικό, το έλλειμμα δημοκρατίας, το έλλειμμα
κοινωνικής δικαιοσύνης, το έλλειμμα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Μέχρι πρόσφατα, η
ελληνική φωνή ήταν η μόνη που επέμενε να τονίζει την ευρωπαϊκή διάσταση του
προβλήματος, Ήδη, όμως, φαίνεται ότι και οι εταίροι μας αντιλαμβάνονται την
πολυπλοκότητα και την κλίμακά του. Είναι, πράγματι, αλήθεια ότι η Ευρώπη έχει
κάνει σημαντικά βήματα τα τελευταία δύο χρόνια, αν και σίγουρα όχι με την
ταχύτητα και με την τόλμη που όλοι θα επιθυμούσαμε.
Για να δώσουμε ένα χειροπιαστό παράδειγμα, η ιδέα
των ευρωομολόγων χρέους έμοιαζε ενδιαφέρουσα, μεν, μακρινή δε, τον Ιανουάριο
του 2011, όταν ο αρμόδιος Επίτροπος κ. Olli Rehn είχε ερωτηθεί σχετικά
κατά την ακρόαση του από τη Βουλή. Σήμερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει
και επισήμως την έκδοση «ευρωπαϊκών ομολόγων σταθερότητας».
Ένα άλλο παράδειγμα είναι η πρόταση για τη
φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, επίσης μια ιδέα που όχι πριν πολύ
καιρό φάνταζε εξωτική. Επομένως, η διαμόρφωση ενός δίκαιου και θεσμικά άρτιου
πλαισίου κοινής διαχείρισης των οικονομικών, αναπτυξιακών, κοινωνικών και
δημοσιονομικών πτυχών του ευρωπαϊκού οικοδομήματος απέχει ακόμη, αλλά αρχίζει
να διαγράφεται στον ορίζοντα, σε μεγάλο, δε βαθμό, θα εξαρτηθεί και από την
πολιτική συγκυρία τόσο στη Γαλλία και τη Γερμανία, τις δύο μεγαλύτερες χώρες
της ευρωζώνης όπου θα διεξαχθούν εκλογές το 2012 και το 2013, αλλά και σε
ευρωπαϊκό επίπεδο, με ορίζοντα τις ευρωεκλογές του 2014.
Θέση της
Βουλής, και μάλιστα διακομματικά εκφρασμένη, είναι ότι αναπόσπαστο τμήμα αυτής
της νέας ευρωπαϊκής οικονομικής αρχιτεκτονικής οφείλουν να είναι όχι μόνο οι
κανόνες για τη δημοσιονομική εποπτεία, αλλά επίσης κανόνες για τη δίκαιη ρύθμιση
του χρηματοπιστωτικού τομέα συνολικά. Οφείλουμε να δώσουμε νέα ώθηση στην πρόταση
έκδοσης ευρωομολόγων χρέους και στην πρόταση ίδρυσης ευρωπαϊκού φορέα
πιστοποίησης πιστοληπτικής ικανότητας. Οφείλουμε, επίσης, να ολοκληρώσουμε την
προσπάθεια για τη θέσπιση ευρωπαϊκής φορολόγησης των χρηματοπιστωτικών
συναλλαγών. Πρόκειται για τομές πολιτικής φύσης που απαιτούν πολιτική βούληση
και δημοκρατική διεκδίκηση για να ευοδωθούν. Δεν θα επέλθουν μόνες τους
νομοτελειακά. Πρέπει να τις διεκδικήσουμε, τόσο σε εθνικό, όσο και σε ευρωπαϊκό
επίπεδο. Για να
το πετύχουμε αυτό, χρειάζεται ένα νέο πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο για την
Ενωμένη Ευρώπη, που δεν μπορεί παρά να έχει την απαραίτητη δημοκρατική
νομιμοποίηση, η οποία πηγάζει από τους λαούς της Ευρώπης.
Όλοι οι ανωτέρω προβληματισμοί αποτελούν την
πάγια επωδό της διεθνούς παρουσίας της Βουλής των Ελλήνων τα δυόμιση τελευταία
χρόνια. Σε κάθε θεσμική ευκαιρία, είτε στα πλαίσια των διακοινοβουλευτικών
συσκέψεων που διοργανώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είτε στο πλαίσιο της COSAC, είτε, τέλος σε επίπεδο
διμερών επαφών με τους
ομολόγους μας των
άλλων εθνικών κοινοβουλίων. Επιδιώκουμε ένα δίκτυο δημοκρατικής συνεργασίας
πάνω σε ισχυρές θεσμικές βάσεις, κάτι που προϋποθέτει εντατικοποίηση του
πολιτικού διαλόγου μεταξύ της Βουλής και του Ευρωκοινοβουλίου και θεσμοθέτηση
διαύλων επικοινωνίας και συντονισμένης πολιτικής δράσης. Σε τελική ανάλυση, ο
ευρωπαϊκός ρόλος της Βουλής είναι η διεκδίκηση μιας Ευρώπης πραγματικά ενωμένης
πάνω σε αξίες και ιδανικά, μιας Ευρώπης
ισχυρής, δημοκρατικής, ειρηνικής, ευημερούσας και κοινωνικά δίκαιης. Η ίδια η πραγματικότητα προστάζει,
πλέον, την Ευρώπη να κάνει το μεγάλο βήμα προς την πολιτική και δημοκρατική
ενοποίησή της. Αυτό απαιτούν οι λαοί της Ευρώπης, αυτό απαιτεί η Ιστορία. Σε
μια τέτοια Ευρώπη, η Ελλάδα, αναλαμβάνοντας το μερίδιο της ευθύνης που της
αναλογεί και με τις μεγάλες θυσίες και την αποφασιστικότητα του λαού της που
επιθυμεί την πρόοδο, τη δικαιοσύνη και την προκοπή, θα είναι σε θέση να
διεκδικήσει ισότιμα τη δική της προοπτική.
Από την αρχή αυτής της δοκιμασίας η χώρα μας έχει
διανύσει μεγάλη απόσταση. Η συμφωνία της 26ης Οκτωβρίου 2011, η
οποία υλοποιείται επιτυχώς με την ολοκλήρωση του προγράμματος ανταλλαγής
ομολόγων και την κύρωση της νέας δανειακής σύμβασης, είναι μια ανάσα για την
Ελλάδα, μια βάση για συγκρατημένη αισιοδοξία. Κανείς δεν ήθελε να χρειαστεί να
φτάσουμε ως εδώ, όμως η Ιστορία σπανίως εξελίσσεται βάσει επιθυμιών, αλλά βάσει
των γεγονότων μιας συχνά σκληρής πραγματικότητας.
Το ουσιώδες είναι ότι η Ελλάδα μπορεί, πλέον, να
ελπίζει βάσιμα. Η άτακτη χρεοκοπία αποφεύχθηκε, η χώρα απαλλάχτηκε από ένα πολύ
μεγάλο μέρος του χρέους της και έχει συμφωνηθεί με τους ευρωπαίους εταίρους μας
ένα χρηματοδοτικό πακέτο άνευ προηγουμένου στην παγκόσμια οικονομική ιστορία.
Το διεθνές κλίμα για την Ελλάδα μοιάζει, σταδιακά, να αλλάζει. Βεβαίως, σε
καμία περίπτωση δεν υπάρχει περιθώριο για πανηγυρισμούς, θριαμβολογίες και
εφησυχασμό. Η Ελλάδα κέρδισε μια, τελευταία, ίσως, ευκαιρία. Χρέος μας είναι να
την αξιοποιήσουμε. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έχουμε ακόμη πολύ δρόμο
μέχρι να ανακτήσουμε πλήρως την αξιοπιστία μας ενώπιον των εταίρων μας και
μέχρι να πείσουμε μια συντηρητική Ευρώπη να υιοθετήσει λύσεις πολιτικές,
θεσμικές, αξιόπιστες και κοινωνικά δίκαιες, όπως αυτές που περιγράφονται
ανωτέρω. Στο εσωτερικό μέτωπο, πρέπει να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη των
πολιτών, της κοινωνίας, και να δώσουμε ένα μήνυμα ρεαλιστικής αισιοδοξίας ότι
μπορούμε να πετύχουμε, ότι δεν θα πάνε χαμένες ο κόπος και οι θυσίες του
ελληνικού λαού. Ότι η Ελλάδα θα τα καταφέρει στην ευρωπαϊκή της προοπτική. Και
όσο κι αν αυτό δεν αρέσει σε κάποιους, η εμπέδωση αυτού του μηνύματος είναι
αποστολή της Δημοκρατίας, η οποία εκφράζεται μέσω της Βουλής. Η Δημοκρατία, στη
συνταγματική μας ιστορία και τάξη, είναι συνυφασμένη με τη Βουλή. Και η Βουλή
είναι αυτή που θα δώσει τις λύσεις στα προβλήματα του λαού και θα κληθεί να
δώσει απάντηση στις αγωνίες του.
Ροδούλα Αθ. Ζήση
Β’ Αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων
Πρόεδρος της Ειδικής Διαρκούς Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου